Από τον Σταύρο Λιλόγλου, 
Αρχισυντάκτη του http://www.pireasnews.gr


Ο Νικηταράς – Νικήτας Σταματελόπουλος, γεννήθηκε το 1781 στο χωριό Μεγάλη Αναστασίτσα και όχι στο Τουρκολέκα απ’ όπου η καταγωγή του. 


Ο πατέρας του Σταματέλλος Τουρκολέκας ήταν αρματωλός στο Λιοντάρι. 
Είχε παντρευτεί τη κόρη του προεστού στο Άκοβο Αναστασίου Καρούτσου, η οποία ήταν αδελφή της γυναίκας του Θόδωρου Κολοκοτρώνη. 
Ήταν λοιπόν ανεψιός του Γέρου του Μοριά. 


Στα 1800 κατέφυγε στα Επτάνησα κυνηγημένος από τους Τούρκους. Θέλησε να πάει να πολεμήσει με τους Ρώσους εναντίον του Ναπολέοντα, δεν τον άφησε όμως ο Κολοκοτρώνης. Έφτασε όμως στη Νάπολη αλλά δεν έλαβε μέρος στις μάχες διότι εν τω μεταξύ ο Ναπολέων κατανίκησε τους εχθρούς του στο Αούστερλιτς. 


Παντρεύτηκε όταν γύρισε πίσω στη πατρίδα τη κόρη του κλεφτοκαπετάνιου Ζαχαριά Αγγελίνα, μετά της οποίας απέκτησε τρία παιδιά. 


Ο Νικηταράς δεν ήταν μόνο ο απαράμιλλος και περίφημος ήρωας της Επανάστασης του 1821, ο ανιδιοτελής πατριώτης, ο τρόμος και ο φόβος των Τούρκων, ο ταχύτατος και ο απανταχού παρών καθ’ όλη τη Επαναστατημένη Ελλάδα όπου τον ζητούσε η πολεμική ανάγκη. Επί πλέον ήταν ο στρατηγικός δεξιοτέχνης, δημιουργός των απρόοπτων συμβάντων και τεχνασμάτων. Ήταν ο εν παντί επιτελικός νούς και βοηθός του Κολοκοτρώνη. Ήταν βαθύ το αίσθημα ευγνωμοσύνης προς τον θείο του ο οποίος είχε επιμεληθεί της αγωγής του. 


Τα τρομερά όπλα του ήσαν : Η καταπληκτική ταχύτητα του, ο πανικός, η ορμητική επίθεση, το τρομερό σπαθί του, η στρατηγική και πολιτική προνοητικότητα, μέγα προσόν. Η φήμη των όπλων αυτών μεταξύ των Τούρκων ήταν τόσο φοβερή, ώστε οι Τούρκοι με το άκουσμα ή την ιδέα τους ότι έρχεται ο Νικηταράς, ετρέποντο σε άτακτη φυγή. Στο ξίφος του μάλιστα ορκίζονταν : Να με φάει το σπαθί του Νικηταρά αν λέω ψέματα. Η τότε κυβέρνηση με έγγραφό της τον απεκάλεσε Αχιλλέα των νέων Ελλήνων. Δεν είχε όμως υμνητή τον Όμηρο αλλά τον Τσοπανάκο, τον λαϊκό στιχουργό του αγώνα. Ο Κολοκοτρώνης, θαυμάζοντας τον για τον πρωτοφανή ηρωισμό του και για τις μεγαλειώδεις αρετές του, τον έλεγε Αρχάγγελο Μιχαήλ και Άγιο Γεώργιο. 






Εδώ στη πέτρ’ ασάλευτος


ο στρατηγός Νικήτας


ο Τουρκοφάγος αθλητής


του γένους νέος ακρίτας.


Πάντ’ ανθισμένη ας την κρατά


την δάφνην των Ελλήνων


και στων πολέμων την ιερήν φωτιά


και στων κινδύνων. 






Με την έκρηξη της Επανάστασης, στην πρώτη μάχη που δόθηκε στο Βαλτέτσι της Αρκαδίας στις 12 - 13 Μαϊου 1821 (είχε προηγηθεί μια συμπλοκή στο Λεβίδι τον Απρίλη), ο Νικηταράς που κρατούσε με 200 άντρες τα Δολιανά, κατάφερε να αποκρούσει 6.000 Τούρκους που επιτίθεντο με πυροβολικό.


Στις 12-13 του Μάη επικεφαλής 800 ανδρών συμμετείχε στην νικηφόρα μάχη στο Βαλτέτσι. Αμέσως μετά και ενώ κατευθυνόταν προς το Ναύπλιο με 200 μόλις άντρες, προέκυψε η ανάγκη να αντιμετωπίσει στα Δολιανά, ισχυρή Τουρκική δύναμη 6.000 ανδρών υπό τον Κεχαγιάμπεη, υποστηριζόμενη και από πυροβόλα. Ήταν 18 του Μάη του 1821. Εκεί απέδειξε στο έπακρο τον ηρωισμό του και την σπάνια στρατιωτική του αρετή και ικανότητα. Κατάφερε να τους προξενήσει τεράστια καταστροφή και σχεδόν να τους αποδεκατίσει.


Έντρομοι οι Τούρκοι σκορπίστηκαν στις γύρω ρεματιές για να γλυτώσουν, εγκαταλείποντας τα ζώα και τα πυροβόλα τους στα χέρια των Ελλήνων. 
Ο Νικηταράς, βλέποντας τους να φεύγουν τους φώναζε : « Σταθήτε Περσιάνοι να πολεμήσωμε. 
Αν στη μάχη στο Βαλτέτσι διακρίθηκε για την ανδρεία του, στην μάχη των Δολιανών, η ιστορία τον πήρε στα φτερά της. Οι επευφημίες των συντρόφων του έφτασαν ίσαμε τα ουράνια και για πρώτη φορά, βγαλμένο απ᾽τις καρδιές των συναγωνιστών του, ακούστηκε το παρατσούκλι που θα τον συνόδευε σε όλη του την ζωή. Με αυτό πέρασε στην ιστορία. Με αυτό έμεινε στη συνείδηση και την ψυχή των Ελλήνων.


Επειδή έπεσαν πολλοί Τούρκοι από το χέρι του σ' εκείνη τη μάχη, οι άντρες του τον ονόμασαν Τουρκοφάγο. Διακρίθηκε και στις μάχες που ακολούθησαν, όπου συνεργάστηκε με τον θείο του, κυρίως δε στην πολιορκία και την άλωση της Τρίπολης.


Μετά τη μάχη της Κλεισούρας στο Αγιονόρι στις 28 Ιουλίου 1822, δυό μέρες μετά τα Δερβενάκια, όλοι οι καπεταναίοι και γυναικόπαιδα από τα γύρω χωριά, έπεσαν με βουλιμία στη διανομή και αρπαγή λαφύρων. Μόνο ένας δεν άπλωσε το χέρι του, δεν καταδέχτηκε να πάρει τίποτα από τα πλούσια λάφυρα, ο Νικηταράς, ο πρωτεργάτης της νίκης. Με φτάνει είπε, η Ελευθερία της Πατρίδας. Οι στρατιώτες του με κόπο κατάφεραν να πάρει σαν ενθύμιο ένα σπαθί και ένα άλογο. Αλλά και αυτά δεν τα κράτησε για τον εαυτό του. Το σπαθί το δώρησε αργότερα στον έρανο που έκανε η Πελοποννησιακή Γερουσία, το δε άλογο που ήταν μάλιστα και κολοβό, το χάρισε στον Τσοπανάκο για να μπορεί ν’ ακολουθεί έφιππος τα παλικάρια στις μάχες. Ο φτωχός Τσοπανάκος ευχαρίστησε τον Νικηταρά με το ακόλουθο σατιρικό τετράστιχο:


Το δώρο σου Νικηταρά


Είν’ άλογο χωρίς ουρά


ή μου στέλνεις το κριθάρι


ή σου στέλνω το τομάρι.


Μετά την απελευθέρωση διορίστηκε σαν υπασπιστής του Καποδίστρια. Επί Όθωνα συκοφαντηθείς κλείστηκε στις φυλακές της Αίγινας το 1839. Μετά όμως, δια της προσωπικής απειλητικής επέμβασης του Μακρυγιάννη, αποφυλακίστηκε. Ήταν όμως τυφλός, έρημος και λησμονημένος.


Αναφέρεται ένα χαρακτηριστικό περιστατικό, το οποίο αναδεικνύει το ήθος αυτού του ήρωα και στον αντίποδα την αχαριστία και την αγνωμοσύνη του κράτους.


Όταν αποφυλακίστηκε ο Νικηταράς το 1841, ήταν τόσο φτωχός που κατάντησε ζητιάνος στα σοκάκια του Πειραιά. Η πενιχρή σύνταξη που έπαιρνε, χάριν μια θέσης γερουσιαστή που του εδόθη, δεν έφτανε «ούτε για ζήτω». Η αρμόδια αρχή η οποία χορηγούσε θέσεις επαιτείας, είχε ορίσει μια ορισμένη μέρα στον ήρωα επαίτη μια θέση μια μέρα της εβδομάδος κοντά στην εκκλησία της Ευαγγελίστριας και του επέτρεπε(!) να επαιτεί κάθε Παρασκευή!


Όταν αυτά έφτασαν στα αυτιά του πρέσβη Μεγάλης Δύναμης, αυτός απεστάλη από την κυβέρνηση του στο σημείο όπου επαιτούσε ο μεγάλος οπλαρχηγός. Μόλις ο Νικηταράς αντελήφθη τον ξένο μάζεψε αμέσως το απλωμένο χέρι του.


- Τι κάνετε στρατηγέ μου; ρώτησε ο ξένος.


- Απολαμβάνω ελεύθερη πατρίδα, απάντησε υπερήφανα ο ήρωας.


- Μα εδώ την απολαμβάνετε, καθισμένος στον δρόμο; επέμενε ο ξένος.


- Η πατρίδα μου έχει χορηγήσει σύνταξη για να ζω καλά, αλλά έρχομαι εδώ για να παίρνω μια ιδέα πως περνάει ο κόσμος, απάντησε περήφανα ο Νικηταράς.


Ο ξένος κατάλαβε, και διακριτικά, φεύγοντας άφησε να του πέσει ένα πουγκί με χρυσές λίρες.


Ο σχεδόν τυφλός Νικηταράς άκουσε τον ήχο, έπιασε το πουγκί και φώναξε στον ξένο: «Σου έπεσε το πουγκί σου. Πάρε το μην το βρει κανένας και το χάσεις!».


Εξ αιτίας των πολλών και ανεκδιήγητων πολεμικών κακουχιών, των συνεχών ψυχικών συγκρούσεων με τις ανθρώπινες μικρότητες, πέθανε την 25ην Σεπτεμβρίου 1849 σε ηλικία 68 ετών, ο ήρωας Νικηταράς. Η Πατρίδα τον θρήνησε και η Ελληνική Ιστορία τον κατέγραψε στους αθάνατους. Τον επικήδειο εκφώνησε ο Νεόφυτος Βάμβας, τον δε επιτάφιο ο Παναγιώτης Σούτσος. Τον έθαψαν στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών, δίπλα στο Γέρο του Μοριά.


 
Top